“Αφήστε τις ταμπέλες. Ελάτε στον Μανώλη”

Αντιγραφή από εδώ


Οι “αλητάμπουρες” της Φανερωμένης είναι παιδιά υπερήφανων γονιών

Δεν είναι “αναρχοαυτόνομοι”, μήτε “ταραχοποιοί”. Ούτε καν “χίπηδες”. Οι πάσης φύσεως μεγάλοι σπεύδουν να τους κατακρίνουν πανικόβλητοι, γιατί οι πιτσιρικάδες ετούτοι κάνουνε “χαλάστρες” στο υπερτροφικό σύστημα που μας κατατρώει τα σωθικά και τις ψυχές. Είναι μεν παιδιά, αλλά δεν είναι σαν τα άλλα. Εις πείσμα της μικρής τους ηλικίας, ξέρουν να αντικρούσουν με πειθώ την ψευδοηδονιστική ιδεολογία της κατανάλωσης και διεκδικούν άμεσες ανθρώπινες σχέσεις. Από εκείνες τις ωραίες που είχαμε παλιά, που δεν διαμεσολαβούνται από τα λεφτά και τις εμπορικές αξίες.

Η συνάντησή μου με τον Παναγιώτη, τη Νεφέλη, την Κατερίνα, τον Φάνο και την Ελένη, επεφύλασσε μιαν έκπληξη: δεν προέρχονται από “προβληματικές, σπασμένες οικογένειες”, όπως πολλοί ίσως να είχαμε υποπτευθεί, παρακολουθώντας την σχεδόν χαιρέκακη “κάλυψη” των τηλεοπτικών καναλιών. Αντίθετα – οι γονείς των παιδιών είναι ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, γιατροί, με άριστη μόρφωση και σχετικά ευκατάστατοι. Τα παιδιά της Πλατείας δεν αναγκάζονται να πουν ψέματα ως προς το πού συχνάζουν και με ποιους συναναστρέφονται, όπως συχνά κάνουν οι συμμαθητές τους που προτιμούν τα κλαμπς. Οι γονείς τους έχουν πλήρη γνώση, και δηλώνουν υπερήφανοι για την εμπλοκή των παιδιών τους στη δημόσια σφαίρα.

Έρωτας για την πόλη
Ο “Μανώλης”, όπως αρέσκονται να ονομάζουν την πλατεία της Φανερωμένης, είναι το δεύτερό τους σπίτι. Ευάερο, ανοικτό για όλους. Εκεί, πρωτοανακάλυψαν τις χαρές της ζωντανής κοινωνικοποίησης: της φιλίας, του έρωτα, της γνωριμίας με τον πλησίον. “Όποια ώρα και να πάμε, ξέρουμε πως εκεί θα βρούμε φίλους. Είναι σαν ένα ανοικτό σπίτι στο οποίο χωρούν όλοι, ακόμα και οι πολύ διαφορετικοί από εμάς, αρκεί να σέβονται το περιβάλλον και τους ανθρώπους που μένουν ή εργάζονται εκεί”, λέει η Κατερίνα. Της Νεφέλης τής αρέσει, λέει, που δεν είναι όλα τα κτήρια μοντέρνα, η αρχιτεκτονική είναι παλιά κι αυτό εκπέμπει μια γοητεία που δεν ξεφωνίζει. Παρόλο που οι τοπικές αρχές δεν μεριμνούν όσο θα έπρεπε, ο τόπος διατηρεί ακόμα τον ιστορικό του χαρακτήρα και δεν “εκμοντερνίστηκε” όπως η υπόλοιπη Λευκωσία, όπου τα παλιά σπίτια αντικαθίστανται με κακής αισθητικής πολυκατοικίες. Οι υπόλοιποι μελαγχολούν στιγμιαία και γνέφουν καταφατικά.


Έτσι άρχισε η ιδέα…
Πώς προέκυψε όμως εξαρχής αυτό το άσπαστο δέσιμο με την Πλατεία της Φανερωμένης; “Ξεκίνησε από το ότι εκεί βρίσκονται τα “Καλά Καθούμενα”, το καφενείο όπου συχνάζουμε (σ.σ. ιδιοκτήτης του οποίου είναι ο μπαμπάς της Κατερίνας). Και φυσικά λόγω της ομορφιάς της πόλης, και της γειτονιάς εκείνης συγκεκριμένα. Είναι από τις ελάχιστες ζωντανές πλατείες που υπάρχουν στην πόλη μας”, παραπονιέται ο Φάνος, ανασηκώνοντας τους ώμους του. Ο “Μανώλης” είναι ένας όμορφος χώρος κοινωνικοποίησης. “Εκεί δεν είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε για τα πάντα, προκειμένου να διασκεδάσουμε. Είναι ένας δημόσιος χώρος τον οποίο διεκδικούμε για εμάς, δηλαδή για όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις”. Έτσι λοιπόν προέκυψε κι η ιδέα των υπαίθριων πάρτι, με τις κιθάρες να περνούν από χέρι σε χέρι, τα ζογκλερικά, τα πατίνια, τα graffiti, τη δημιουργική έκφραση, την ανατροπή της τέχνης, τον χείμαρρο της νιότης. “Θέλαμε να βγάλουμε τον κόσμο έξω, στους δημόσιους χώρους, στον καθαρό αέρα”, μου εξήγησε η Νεφέλη. “Κι όντως τα καταφέραμε”, συνεχίζει ο Παναγιώτης. “Περνά πολύς κόσμος, καθ’ οδόν για τα παραδίπλα εστιατόρια κι όλοι μας λένε μπράβο! Χορεύουν μαζί μας κιόλας και το διασκεδάζουν με την καρδιά τους. Δυστυχώς, όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, μόλις βρεθούν μπροστά από την τηλεόραση κι ακούν τις διαστρεβλώσεις των δελτίων, πείθονται μεμιάς πως είμαστε αλήτες.

Δεν πιστεύουμε στη βία
Σύμφωνα με τα παιδιά, όταν το καλοκαίρι σημειώθηκε και πάλι ένα μικροεπεισόδιο, με έναν αστυνομικό που κτύπησε κάποιο νεαρό, δυο-τρία άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (στα 20-21), είχαν εισηγηθεί να πάνε και να “απαντήσουν”. Τότε, η συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας της Φανερωμένης, έκατσε και τους εξήγησε πως τέτοιες βίαιες συμπεριφορές με την αστυνομία δεν είναι η λύση. “Αν ήμασταν βίαιοι ως άνθρωποι, μπορούσαμε κάλλιστα να του “επιτεθούμε”, ήμασταν πολλοί και ήταν ένας, αλλά δεν πιστεύουμε στη βία. Απλώς του φωνάζαμε πως αυτό που έκανε είναι λάθος”, διαμαρτύρεται ο Φάνος, υποστηρίζοντας πως δεν είναι λίγες οι φορές που οι αστυνομικοί έρχονται με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν πρόβλημα. “Όμως”, προσθέτει, “για να είμαστε ειλικρινείς, το Σάββατο πεντέξι νεαροί πήγαν όντως με επιθετικές προθέσεις ενάντια στους αστυνομικούς, αν και οι ζημιές που προκάλεσαν ήταν κυρίως υλικές. Αλλά η στάση αυτή είναι περισσότερο αμυντική παρά οτιδήποτε άλλο. Μην ξεχνάτε πως η αστυνομία ήταν αυτή που άρχισε πρώτη να ξυλοκοπεί τους φίλους μας, περιλαμβανομένων και μικρόσωμων, καθόλα ευγενικών κοριτσιών -από πολύ καλές οικογένειες- κάτω των 15. Από την άλλη, δε μπορούμε να είμαστε κάθε φορά βέβαιοι πως όποιος συχνάζει στην Πλατεία είναι φιλήσυχος, αλλά σας διαβεβαιώ πως σχεδόν όλοι που πάμε στην πλατεία, είμαστε φιλειρηνιστές εκ πεποιθήσεως. Όταν όμως έρχονται και μας δέρνουν τόσο απροκάλυπτα, είτε πρόκειται για παλιόπαιδα με σβάστικες, είτε για αγριεμένους ΜΜΑΔίτες, είμαστε αναγκασμένοι να αμυνθούμε. Όσο ειρηνιστές κι αν είμαστε, όταν μας δέρνουν και μας βρίζουν με τα χειρότερα λόγια χωρίς καν να τους έχουμε προκαλέσει, δεν μπορούμε να τους πούμε “κάτσε να το συζητήσουμε”.

“Φάση ό,τι να ‘ναι”
Τα παιδιά επιμένουν στο ίδιο σημείο, ξανά και ξανά: Στον “Μανώλη” χωράμε όλοι, παρεξηγημένοι έφηβοι, αφοσιωμένοι φοιτητές, ευυπόληπτες οικογένειες, κατάκοποι μεσήλικες, μωρά που τσιρίζουν, αλαφιασμένοι μετανάστες, δεξιοί, αριστεροί, ανάποδοι. “Όποιος περνά, μπορεί αν θέλει να παίζει τις δικές του μουσικές, και να τις εναλλάσσουμε μεταξύ μας. Αυτό είναι και το νόημα των πάρτι. Ο καθένας συμβάλλει έστω και λίγο στη διοργάνωση. Ακόμα κι αν κάποιος διασκεδάζει χωρίς να έχει κάποια αρμοδιότητα εκείνο το Σάββατο, πάλι έχει ευθύνη, μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται εκεί. Ο καθένας προσέχει τον άλλον, ακόμα κι αν δεν τον ξέρει, από πιθανές επιθέσεις. Γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που απειληθήκαμε ή φάγαμε ξύλο από φασίστες. Το Σάββατο τις φάγαμε κι από δύο διμοιρίες των ΜΜΑΔ. Είδαμε τους φίλους μας να ξυλοκοπούνται χωρίς σοβαρή αφορμή και δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Ήταν απαίσια εμπειρία. Είναι άδικο να φοβόμαστε συνέχεια. Δεν κάνουμε τίποτα κακό”.

Αντικαταναλωτές εκ πεποιθήσεως
Τους ρώτησα τι μουσική ακούν. “Οτιδήποτε DIY”. Δηλαδή, μου εξηγούν τα παιδιά, μουσική που δημιουργείται και ακούγεται χωρίς την παραμικρή εμπλοκή οποιωνδήποτε εμπορικών συμφερόντων. Μουσική που φτιάχνουν συγκροτήματα χωρίς κανένα κέρδος, την οποία “ανεβάζουν” στο διαδίκτυο κι ο καθένας μπορεί να την “κατεβάσει” δωρεάν και νόμιμα. Κατά κανόνα, έχει στίχο που αμφισβητεί το υπάρχον σύστημα και σε βγάζει από το λήθαργο, “σε κάνει να χαίρεσαι που τελικά νιώθουν κι άλλοι το ίδιο με σένα, πως δεν είσαι ο μόνος που ασφυκτιάς με τον τρόπο ζωής που μας σερβίρουν τα κατεστημένα”. “Το ό,τι η μουσική που ακούμε στα πάρτι είναι αντιεμπορική”, λέει ο Παναγιώτης, “συνδέεται με τον γενικότερο αντιεμπορικό χαρακτήρα του χώρου, ότι δηλαδή δεν πληρώνεις για τη διασκέδαση ή την κοινωνικοποίησή σου. Αναφέρεται σε μια γενικότερη κουλτούρα απελευθέρωσης από τα ασφυκτικά όρια του “κατανάλωσε!”. Ναι, φυσικά και όλοι μας καταναλώνουμε, και ποτά και φαγητά, αλλά τουλάχιστον στον “Μανώλη” ξεφεύγουμε λίγο από το “σχολείο, κατανάλωση, σχολείο, κατανάλωση”. Εμένα μου έτυχε πολλές νύχτες να μη ξοδέψω ούτε ένα σεντ…”

Φίλοι και ξερό ψωμί”
Ναι!” λέει ο Φάνος, “γιατί σου κερνά ένας φίλος μια λεμονάδα, μετά μοιράζεσαι άλλο ποτό με κάποιον άλλο φίλο σου… Υπάρχει όντως μια αλληλεγγύη μεταξύ μας. Και δεν είναι πως τσιγκουνευόμαστε, ή πως δεν έχουμε τα χρήματα”. Πολλοί από τα παιδιά, σύμφωνα με τη Νεφέλη, φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία. Άρα το ζήτημα δεν είναι οικονομικό αλλά αναφέρεται σε μια στάση, ή καλύτερα, σε μιαν άρνηση απέναντι στον αδηφάγο μηχανισμό της υπερκατανάλωσης και της μόδας που θέλει να μας καταστήσει όλους ομοιόμορφους. “Για εμάς, αυτοσκοπός δεν είναι να συσσωρεύουμε πράγματα. Για μας καλοπέραση δεν σημαίνει να τσαλαπατιόμαστε σε αποπνικτικά κλαμπς και να πληρώνουμε οκτώ ευρώ για το ποτό μας! Θέλουμε να ξεφύγουμε από την “κουλτούρα” της κατανάλωσης και της εμπορευματοποίησης όλων των πραγμάτων, ακόμα και της ανθρώπινης επαφής και της κοινωνικοποίησης. Υπάρχουν πάντα εναλλακτικοί τρόποι να περνάμε καλά, όπως ας πούμε να φέρνουμε εμείς τη μουσική που θέλουμε ν’ ακούμε στον “Μανώλη” και να μη δεχόμαστε τις ετοιμοπαράδοτες λύσεις”, λέει υπερήφανα η Νεφέλη.

Σύμβολό μας ο “Μανώλης”

Αναφέρεστε στην Πλατεία ως “Μανώλης”. Περί τίνος πρόκειται, ρωτώ. Σκάνε στα γέλια! “Ο Μανώλης είναι το δέντρο της Πλατείας, κάτω από το οποίο έχει παγκάκι. Καθόμασταν όλοι γύρω και στη μέση ήταν ο … Μανώλης. Το δέντρο είναι το σύμβολό μας κι αυτό έχει κάποια σημειολογική σημασία”, λέει με νόημα ο Παναγιώτης. Ο Φάνος παίρνει ύφος περισυλλογής κι αρχίζει να μου εξηγεί πως η αγάπη για το περιβάλλον είναι το σημαντικότερο στοιχείο προκειμένου να καταλάβει κανείς τη ψυχοσύνθεσή τους. Τα παιδιά της Πλατείας, λέει, έχουν έντονη περιβαλλοντική συνείδηση. Γι’ αυτό συμμετέχουν στις ποδηλατοδρομίες της CRITICAL MASS, τις οποίες οργανώνουν οι ίδιοι. Φωνάζουν συνθήματα όπως “το πάθος για τις πεταλιές είναι δυνατότερο από τις μηχανές”… Με μια αφοπλιστική αφέλεια, ο Φάνος συνεχίζει: “Αν μπορούσαμε όλοι να ζούσαμε στα δάση, θα πηγαίναμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλοι μας περιμένουμε το καλοκαίρι για να πάμε κάμπινγκ στην Πόλη (σ.σ. Χρυσοχούς), το συζητάμε όλο το χειμώνα. Εγώ προσωπικά μαζί με τρεις φίλους μου, το καλοκαίρι διήνυσα με το ποδήλατο και με αντίσκηνο στην πλάτη 210 km σε τρεις μέρες, ήταν ένα τέλειο ταξίδι που κατέληξε στο κάμπινγκ της Πόλης, όπου βρήκα όλους τους υπόλοιπους μου φίλους. Μένουμε σε σκηνές -οι περισσότεροι με τις οικογένειές μας ή άλλους μεγάλους- και ξυπνάμε από το τραγούδι των πουλιών!”

Περί ιδεολογικής ταυτότητας
Η ερώτησή μου κάθε φορά, έπεφτε στο κενό. Αν και μπορούσαν θαυμάσια ν’ αναπτύξουν τις ιδέες τους, εφοδιασμένοι μ’ ένα εντυπωσιακά ευρύ για την ηλικία τους λεξιλόγιο, με σαφήνεια και καθαρότητα σκέψης, κανένας από τους πέντε δεν μου έκανε τη χάρη να προσδιορίσει κάποια ιδεολογική ταυτότητα με μια μόνο λέξη. “Αυτό μου μας συνδέει, είναι πως δε νιώθουμε άνετα με το “ταμπέλωμα”. Μας ενοχλεί όταν το κάνουν οι μεγάλοι. Το κάνουν γιατί αρνούνται ή βαριούνται να μας καταλάβουν. Οι γονείς μας που έχουν την υπομονή να μας ακούσουν, μας καταλαβαίνουν και νιώθουν υπερήφανοι για μας. Πάντως, ελάχιστα από τα παιδιά που περνούν από τα πάρτι μας χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως “αναρχικούς”. Κι όμως όλοι νομίζουν για εμάς τα χειρότερα, πως είμαστε αλήτες. Γιατί; Επειδή προτιμούμε ποδήλατο αντί του play station; Ο καθένας από μας έχει αξίες, πιστεύω και χαρακτήρα, δεν νιώθουμε την ανάγκη να ανήκουμε σε κάποιο παγιωμένο καλούπι, ή κατηγορία ανθρώπων. Ούτως ή άλλως, την κάθε ταμπέλα την καταλαβαίνει ο καθένας διαφορετικά. Μας ενοχλεί που οι “μεγάλοι” αποφασίζουν αυτοί για μας τι είμαστε χωρίς να μας ξέρουν. Γιατί όταν ένα παιδί ενδεχομένως κάνει κάτι λάθος, μας βάζουν όλους στο ίδιο καζάνι και μας ισοπεδώνουν. Δεν είμαστε ομοιόμορφοι, όπως θέλουν να πιστεύουν”.

Δεν είμαστε ομοιόμορφοι
Τα παιδιά ξεθαρρεύουν και μιλούν μεταξύ τους όλα μαζί. Σωπαίνω και τους παρακολουθώ. Η φωνή της Ελένης υπερισχύει. “Εμένα μ’ αρέσει που δεν είμαστε όλοι ίδιοι και που έρχονται άτομα τόσο διαφορετικά από εμάς. Αυτό είναι το στοιχείο που φέρνει ζωντάνια στο χώρο, το ότι θα έρθουν 10, ή 50 ή διακόσιοι νεαροί που δεν είναι ποτέ ίδιοι με τους υπόλοιπους. Χαίρομαι πάντα να βλέπουμε διαφορετικά άτομα να συνενώνονται μαζί μας, είτε πρόκειται για ηλικιωμένους, μεσήλικες, οικογένειες και μωρά. Αλλιώς δε θα είχε τόση πλάκα κάθε φορά. Είναι όλοι αυτοί που δίνουν χρώμα και ζωντάνια στην παρέα μας. Είναι όλοι αυτοί που χορεύουν κι αναρτούν φωτογραφίες απ’ τις γιορτές μας στο facebook, και σιγά-σιγά μας μαθαίνει κι άλλος κόσμος!”

Αυτό που διεκδικούμε
“Να μη μας κατακρίνουν, κι η αστυνομία να μη μας παρενοχλεί χωρίς καμία αφορμή” απάντησαν τα παιδιά. Ο Παναγιώτης, όμως, επεφύλασσε μιαν άλλη απάντηση, με την οποία συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. “Αν πρέπει να εξηγήσουμε το αίτημά μας με λίγες λέξεις, θέλουμε άμεσες και ζωντανές ανθρώπινες σχέσεις, έξω από αποστειρωμένους χώρους που δεν έχουν τίποτα να σου προσφέρουν. Εγώ, ας πούμε, πάω στην Πλατεία για να έχω σχέση με τη Νεφέλη, με την Κατερίνα, τον Φάνο, την Ελένη. Όχι γιατί θέλω να θεαθώ στο τάδε trendy κλαμπ της πρωτεύουσας. Βασικά θέλουμε ανθρώπινες σχέσεις, κι όχι σχέσεις που να αναφέρονται ή να διαμεσολαβούνται από το χρήμα”. Τον ρωτώ ξανά για να σιγουρευτώ. ” Δεκαεφτά είπαμε πως είσαι;” Απαντά καταφατικά και συνεχίζει: “Λέμε όλοι πως μας καταπιέζει το σύστημα και πως θέλουμε έναν πιο δίκαιο κόσμο. Γιατί θεωρούμε πως το σύστημα είναι υπεράνω κι όχι μέσα μας; Το σύστημα για το οποίο μυξοκλαίμε πως μας καταπιέζει είμαστε εγώ και συ και όλοι μας. Είναι στο χέρι μας λοιπόν να το “κατεβάσουμε” από το ιερό βάθρο στο οποίο εμείς οι ίδιοι το ανυψώσαμε και να καταλάβουμε πως ο δίκαιος κόσμος τον οποίο διεκδικούμε, η ισότητα, η αλληλεγγύη, είναι όλα ζήτημα προσωπικής μας ευθύνης. Και συλλογικής ταυτόχρονα.”

Κλείστε το χαζοκούτι της παραπληροφόρησης
ΕΛΕΝΗ: Θέλω να μάθει ο κόσμος πως όλα αυτά που λένε τα μίντια, πως τάχα δε σεβόμαστε το χώρο και το περιβάλλον, δεν είναι αλήθεια. Ο “Μανώλης” είναι το στέκι μας, δεν το λερώνουμε. Στην τηλεόραση έδειξε σκηνές με πολλά σκουπίδια, σπασμένα μπουκάλια και ριγμένα ντενεκεδάκια. Ε ναι, αφού κατέβηκαν δύο διμοιρίες ΜΜΑΔ κι άρχισαν να μας κτυπούν. Τι να κάναμε; Ήταν πανικός. Αναρωτιέμαι όμως, όταν το επόμενο πρωί πήγαμε και καθαρίσαμε όλη την Πλατεία και περιμετρικά τους δρόμους, τα κανάλια πού ήταν; Στα πάρτι μεριμνούμε από μόνοι μας και φέρνουμε κάλαθους αχρήστων, γιατί δυστυχώς ο δήμος δε φρόντισε γι’ αυτό, αν και το ζητήσαμε επανειλημμένα. Μάλλον επειδή δεν θέλουν να “χαλάσουν” την εικόνα της εκκλησίας. Κάποτε ζητάμε κι από τον καθαριστή του Δήμου που περνά από την πλατεία να μας αφήνει λίγες σακούλες.
ΦΑΝΟΣ: Ένα πράγμα που διαστρέβλωσαν τα ΜΜΕ: Εμείς δεν εναντιωνόμαστε στην ευγενική, την πολιτισμένη αστυνόμευση του χώρου. Μας συκοφαντούν όταν λένε ότι προσπαθούμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπως το “άβατον” των Εξαρχείων. Καμία σχέση. Όσοι μπορούν ας κάνουν μια βόλτα να δουν από μόνοι τους. Εγγυούμαι πως θα περάσουν καλά. Τα πάρτι του δρόμου είναι αυτοδύναμα, δημιουργήθηκαν από εμάς για όλους. Είμαστε εκεί κάθε Σάββατο, από μία χούφτα νεαρών, μέχρι και 200 άτομα! Έχει εκεί πάντα ένα μεγάφωνο κι όποιος θέλει παίζει τη μουσική του. Κι ούτε είμαστε ανεύθυνοι. Ξέρουμε καλά να τηρούμε την ευνομία. Πριν από κάτι μέρες ήρθε ένας ξένος μεθυσμένος κι έσπαζε μπουκάλια. Τον πλησιάσαμε και του είπαμε πως αν θέλει να κυκλοφορεί στο χώρο, πρέπει να τον σέβεται. Ντράπηκε και μας υπάκουσε. Έμεινε εκεί μαζί μας και πέρασε ωραία.

Κλειστήκατε στα σπίτια σας
Παραπονούμαστε υποτίθεται για τα πάρκα που γέμισαν με μετανάστες, αλλά πρώτα εμείς φύγαμε κι εγκαταλείψαμε τους δημόσιους χώρους και καθόμαστε όλη μέρα μπροστά από την τηλεόραση, λένε με φανερό εκνευρισμό τα παιδιά. Το πρόβλημα είναι με τους Κυπρίους που δεν βγαίνουν έξω στα πάρκα, κι όχι με τους μετανάστες που αποφάσισαν να πηγαίνουν εκεί.

Αχ αυτοί οι κύριοι αρμόδιοι

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Στην Πλατεία προτείνουμε έναν άλλον τρόπο ζωής, μέσω του σεβασμού μας στο περιβάλλον, διεκδικούμε να γίνει η πόλη πιο πράσινη. Να μειωθεί η βουή των αυτοκινήτων, οι πουρούδες και τα καυσαέρια. Στη Μακαρίου, ας πούμε, δε μπορούμε να καταλάβουμε πώς ο κόσμος διασκεδάζει στα cafes εισπνέοντας τόσο καυσαέριο. Θα θέλαμε στην Παλιά Λευκωσία να μην κυκλοφορούσαν τόσα αυτοκίνητα, να κινούνταν μόνο περιφερειακά της πόλης, να έχουμε αληθινούς πεζόδρομους και ποδηλατόδρομους. Είναι κάποια γραφικά στενά δρομάκια της παλιάς πόλης με μικρομάγαζα και εργαστήρια που είναι ντροπή να επιτρέπονται τα αυτοκίνητα. Αντί αυτοί οι ανόητοι οι αρμόδιοι να προσπαθήσουν να προστατεύσουν την πόλη, να συνειδητοποιήσουν πως αυτό που έχουμε είναι δώρο θεού, έφτιαξαν εκείνη την εμπορική στοά (σ.σ. στην πλατεία του παλιού δημαρχείου) φωταγωγημένη και με φωτορυθμικά που δημιουργεί τόση οχλαγωγία, γέμισε η πλατεία με σεκιουριτάδες φουσκωμένους να διευθύνουν την κίνηση των αυτοκινήτων. Πριν περνούσες τη νύχτα κι ήταν απόλυτη ησυχία. Τώρα ξεκουφαίνεσαι και φοβάσαι μη σε βάλουν από κάτω τα αυτοκίνητα.

Advertisements

One response to ““Αφήστε τις ταμπέλες. Ελάτε στον Μανώλη”

  1. Πολύ ωραία πρωτοβουλία των παιδιών. Επιτέλους ν’αποκτήσει ζωή η παλιά πόλη. Γιατί όσο τη θυμάμαι, μόνο το “παλιά” ίσχυε, το “πόλη” ήταν ευφημισμός της εγκατάλειψης. Θυμάμαι όταν ρωτήσαμε τον δήμο Λευκωσίας αν μπορούσαμε να νοικιάσουμε ως φοιτητές αυτά τα εκπληκτικά σπιτάκια στο κέντρο, μας είπαν ότι τα νοικιάζουν μόνο σε οικογένειες με συμβόλαιο 20ετίας. Προφανώς ο δήμος δεν μας θεωρούσε ικανούς να ξαναζωντανέψουμε την παλιά πόλη. Μακάρι τα παιδιά να τα καταφέρουν…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s