Πρωινό Τσιγάρο

 

Οδός Στασικράτους, εφτά και είκοσι το πρωί. Το κέντρο κοιμάται ακόμα. Περπατώ -τελικά δεν είναι τόσο χάλια το πεζοδρόμιο- και χαζεύω τις σβηστές λάμπες. Όμορφα. Πολύ όμορφα. Θα μου αρέσουν άραγε κι αναμένες; Κάνει ψύχρα, κρυώνω λίγο. Κάπου στον ουρανό κράζουν κοράκια. Κάθονται στα σύρματα του ηλεκτρισμού και φωνάζουν. Πεινασμένα θα ‘ναι…

Χαζεύω τσάντες στις βιτρίνες, παπούτσια. Τίποτα το ιδιαίτερο. Τϊποτα το εξαιρετικό. No love from the first sight. Ένα παλτό με γούνινο γιακά μου χαμογελά. “Θες να αλλάξουμε θέσεις;”, ρωτάει. “Θες να πάμε βόλτα;” σκέφτομαι. Δεν βλέπω τιμή. “Ωραίο είσαι” του λέω. “Αλλά εδώ δεν υπάρχει χειμώνας. Από τη βιτρίνα στη ντουλάπα θα πας. Καλύτερα στη βιτρίνα. Να βλέπεις κόσμο…”

Προχωρώ προς τη Μακαρίου. Η κίνηση μοιάζει να πυκνώνει, αλλά είναι νωρίς ακόμα. Διασταυρώνω, περπατώ προς τα τείχη. Περίπτερο στα αριστερά, αριστερά πρέπει να πάω. Πάω δεξιά, θέλω να περπατήσω κι άλλο, είπαμε, είναι νωρίς ακόμα. Η πάροδος στα δεξιά είναι σχεδόν οικιστική, δεν ταιριάζει με τους δρόμους γύρω της. Την περπατώ δυο φορές πάνω κάτω. Ένας εργάτης του δημαρχείου σκουπίζει το δρόμο. Με κοιτάζει, του λέω καλημέρα, χαμογελά και συνεχίζει τη δουλειά του. 

Ξανά μπροστά στο περίπτερο. Μπαίνω, αγοράζω τσίχλες και τσιγάρα. Δεν έχω αναπτήρα, κάνω πέντε λεπτά να συνεννοηθώ με την υπάλληλο, δεν μιλά ελληνικά κι εγώ δεν βλέπω τους αναπτήρες. Μου εύχεται “καλή δουλειά”, το ταγιέρ δε λέει ψέματα, σε γραφείο πάω. 

Ναι… Καλημερίζω το σεκιουριτά και μπαίνω στο κτήριο. Θα ήθελα να περπατήσω κι άλλο, μα δεν ξέρω που αλλού να πάω. Ίσως να μπορούσα να παώ μέχρι τη Λήδρας, ίσως αύριο. Άσε που εκτός από μένα δεν περπατούσε κανείς στο δρόμο. Νιώθω άβολα. Δε θα έπρεπε, αλλά το νιώθω. Είναι κι αυτά τα ερωτηματικά βλέμματα των οδηγών. Τι κάνει μια γυναίκα με ταγιέρ και τακούνια να περπατά τόσο πρωί έξω; 

Τον αέρα μου παίρνω. Ξεκαθαρίζω το μυαλό μου. Καλό στον εαυτό μου κάνω. Κι είναι τόσο όμορφη η πόλη αγουροξυπνημένη… Πριν φορέσει την pretentious μάσκα της, πριν κρυφτεί. Αχτένιστη, λίγο χλωμή ακόμα, πριν πιει καφέ, πριν θυμηθεί το παρελθόν της.

Παίρνω το ανσανσέρ, ανεβαίνω στον τέταρτο. Από το παράθυρο βλέπω που ξεφορτώνουν εμπορεύματα σ’ ένα μπακάλικο δυο δρόμους παραπέρα. Μπακάλικο… Δεν νομίζω να έχουν μείνει πολλά… Μια γάτα ισορροπεί από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης δίπλα.. 

Το κτίριο είναι άδειο. Είναι νωρίς ακόμα. Σε δεκαπέντε λεπτά θα έχει γεμίσει. Κι εγώ μάλλον το προτιμώ άδειο. Όπως προτιμώ και τους δρόμους. 

 

(Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε πρώτα εδώ. Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτa εδώ. Δεν έχω χρόνο να το ανεβάσω, για μουσική υπόκρουση θα διάλεγα αυτό.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s