Μυρωδιά από γιασεμί [*]

Σήμερα έκανα ένα από τους συνηθισμένους – τώρα τελευταία – περιπάτους μου. Συνοδός μονάχα τα πόδια και η μικρή φωτογραφική μου. Μέχρι τώρα έβλεπα τη Λευκωσία σαν τη δικαιολογία της κακής μου διάθεσης. Αποφεύγω να φωτογραφίζω κόσμο, νοιώθω ότι παραβιάζω την ιδιωτικότητα τους. Αντί αυτού προτιμώ να φωτογραφίζω κτήρια. Πιστεύω μάλιστα ότι τα κτήρια αντικατοπτρίζουν τους ανθρώπους. Η γιαγιά μου – η μόνη αληθινή σοσιαλίστρια που γνώρισα – έλεγε ότι τον άλλο τον καταλαβαίνεις όταν τον δεις στο σπίτι του. Πάντα με έπρηζε να καθαρίζω τις γωνιές του δικού μας σπιτιού για να μην πουν ότι είμαστε λερωμένοι. Που λες, έναυσμα για τον σημερινό περίπατο ήταν η φίλη μου η Χρύστα.

Η Χρύστα βλέπετε σκέφτεται να φύγει από τη Θεσσαλονίκη και να έρθει να μείνει στη Λευκωσία. Η αντίδραση μου ήταν η ίδια όπως όταν ακούω ότι κάποιος βέρος Λευκωσιάτης αλλάζει πόλη. Σκέφτηκα δηλαδή “τί σκατά πίνει;”. Πριν μερικές μέρες έλεγα τις γνωστές γραφικότητες μου για τη Λευκωσία και την κατάντια των κατοίκων-ενοίκων της.

Σε σχόλιο έγραψε αυτό:

“Κάθε φορά που γράφεις στο μπλογκ σου για τη Λευκωσία (ή
μάλλον, σχεδόν κάθε φορά), μου θρυμματίζεις το όνειρο. Αντί
για παλιά πόλη στο νου μου φέρνεις τη Μακαρίου κι αντί για
γιασεμί τη βαριά μυρωδιά κάποιου ακριβού αρώματος”

Σκέφτηκα ότι δεν μπορεί, κάτι καλό υπάρχει για να εκτιμά την πόλη μου κάποιος άνθρωπος που ζει αλλού. Κάτι υπάρχει για να θέλει να χτίσει τα όνειρα της εδώ. Σήμερα είδα αυτό το κάτι. Αρχικά πήγα στον Ερωδό για να δω τα γιασεμιά που μου είπε ότι υπάρχουν αλλά μάταια γιατί γιασεμιά δεν βρήκα (έχω και σχετικές φωτογραφίες που το επιβεβαιώνουν). Παρκαρισμένος στην τάφρο συνέχισα το περπάτημα. Έφτασα μέχρι την αρχιεπισκοπή. Η γύρω περιοχή είναι όμορφη. Τα κτήρια είναι αναπαλαιωμένα και θυμίζουν μια άλλη εποχή που υπάρχει παράλληλα με τη δική μας. Το ότι αυτό συμβαίνει γύρω από την αρχιεπισκοπή φυσικά τυχαίο. Συνέχισα το περπάτημα. Σε ένα συνοικιακό καφενεδάκι είδα παγωτό, και αγόρασα ένα. Συνέχισα να περιφέρομαι. Έφτασα στην παλιά Ηλεκτρική όπου βρίσκεται το κέντρο πολιτισμό που φιλοξενεί την έκθεση “Crossings: A contemporary view”. Η έκθεση δεν με ενθουσίασε, όμως ένα abstract installation στον τοίχο – κάποιου Ανδρέα Σάββα (που πολύ θα ήθελα να γνωρίσω μόνο για να του σφίξω το χέρι και να πω συγχαρητήρια) – μου έκανε τρομερή εντύπωση. Θύμισε την αρμονία του χάους της ζωής μου. Έφυγα τρεις ώρες μετά. Περιττό να πω ότι όση ώρα ήμουν μέσα, δεν μπήκε κανείς άλλος. Θέλουμε και πολιτιστικό μέγαρο τρομάρα μας. Τέτοια
μέγαρα τα κερδίζεις, και εμείς/εγώ δεν τα αξίζουμε.

Συνέχισα την περιδιάβαση στην νεκρή μεριά της ετοιμοθάνατης πόλης μου. Στο παρακάτω στενό άκουγα τα βογγητά μιας πόρνης, ρυθμικά, ψεύτικα, να προσπαθούν να κάνουν τον αγοραστή περήφανο για τον ανδρισμό του. Θύμιζαν τύμπανα και ιαχές πολέμου. Θυμήθηκα μια επίσκεψη που είχα κάνει σε ένα φίλο όταν έβγαζε σκοπιά σε παρακείμενο φυλάκιο. Οι ανεγκέφαλοι “συνάδερφοι/σειράες” έβριζαν μια εξ Ελλάδας μεσήλικα πόρνη. Εκείνη γυρνά και λέει στον ένα “Τί νόμισες ρε αρχίδι, ότι γεννήθηκα πουτάνα; Δεν γεννιέσαι, σε κάνουν, άρα όταν πας σπίτι, πριν παίξεις το πουλί σου, πες ένα ευχαριστώ στη μάνα σου. Μαλάκα, άει γαμήσου”.

Προχώρησα. Αλλοδαποί που γυρεύουν ευκαιρία να ζήσουν σε μια χώρα που τους απορρίπτει. Το ποδήλατο να χρησιμοποιείται σαν μέσο μεταφοράς και όχι τρόπος να χάσει κιλά ο σύγχρονος κοιλιόδουλος της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας – εγώ. Ακόμα όμως, ο κόσμος έχει την ανάγκη να
αγαπιέται, να κρατά κάποιο χέρι, να νοιώθει ζωντανός. Η γόπα στο χέρι με έκαψε. Δεν ήθελα να την ρίξω στο πάτωμα, η βρομιά που υπάρχει είναι ήδη αφόρητη.

Προχώρησα μέχρι που έφτασα στην Ονασαγόρου. Την περπάτησα μέχρι το τέλος. Σε μια γωνιά δυο νέοι μετανάστες από κάποια χώρα του ανατολικού μπλόκ που δεν κατάφερε να τους κρατήσει. Η πλάτη εκείνης κολλημένη σε κολόνα καταστήματος. Εκείνος σε απόσταση 20 εκατοστών, με το χέρι να ακουμπά στον τοίχο και να περνά δίπλα από τον λαιμό της. Βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο. Τους υπολόγισα γύρω στα 20. Εκείνη του μιλά, εκείνος δεν προσέχει. Προσπαθεί να τη φιλήσει. Είναι ναζιάρα, συνεχίζει να του μιλά. Καυλωμένος κάνει ότι την ακούει, ενώ είναι προφανές ότι προτιμά
να την έχει στο κρεβάτι (ή στο δίπλα στενό). Που είναι το κακό ρε μαλάκα; Θέλει την γυναίκα/κορίτσι που είναι ερωτευμένος.

Πιο κάτω ένα laundry room. Έξω κάθονται κάποιοι αλλοδαποί σε πλαστικές άσπρες καρέκλες. Ο γιος του ενός τρέχει από μακριά με σκοπό να βρεθεί στην αγκαλιά του πατέρα του. Κατα λάθος τον κλωτσά στα αχαμνά. Από το στόμα του πατέρα βγαίνει ένας απότομος ήχος, ένα “α” που κράτησε 3 δευτερόλεπτα και κόπηκε. Ο μικρός με πανικόβλητο ύφος αναρωτιέται τι έκανε λάθος. Ο πατέρας αντί να τον χαστουκίσει, του χαϊδεύει το κεφάλι. Ο μικρός πρέπει να τον ρώτησε αν είναι καλά. Με παραμορφωμένο πρόσωπο από τον πόνο του λέει ότι είναι καλά και τον προτρέπει να πάει να παίξει. Σκέφτομαι πως θα αντιδρούσε ένας “δικός μας”. Αμέσως αναρωτιέμαι ποιοι είναι οι “δικοί μας”. Ειρωνεία

Πιο κάτω ένα μπαράκι που περάσαμε τα χρόνια της εφηβείας μας. Τί να γίνεται άραγε ο Λευτέρης που δούλευε εκεί; Η ζωή του ήταν ένας αγώνας επιβίωσης. Ουσιαστικά χωρίς πατέρα και μητέρα έπρεπε να τα φέρει βόλτα. Από τις πιο μεγάλες καρδιές που είχα την τιμή να γνωρίσω. Άκουσα πριν μερικές μέρες από τον Μίλτο ότι τώρα βρίσκεται στη Λεμεσό. Τον θυμάμαι όταν χώρισε με τη Θέα (ναι, εκείνης που το όνομα είναι γραμμένο με μελάνι στο μπράτσο του). Χρυσό παιδί ο Λευτέρης. Δεν μπορούσε να ακολουθήσει το καπιταλιστικό lifestyle μας. Εμείς πολύ μικροί και ηλίθιοι να το καταλάβουμε. Ένα αγρίμι σε υαλοπωλείο, που έμαθε τη ζωή και τους ανθρώπους από πρώτο χέρι. Ήξερε
να αγαπά και να δίνεται ο πούστης. Ελπίζω να έκοψε το ποτό και να ξέφυγε από τα ναρκωτικά. Γι’ αυτό νομίζω έφυγε από τη Λευκωσία. Δεν μπορούσε τη μέρα, η νύχτα είναι πιο γλυκιά, πιο εύκολη έλεγε. Πόσο διαφορετικό είναι το μέτρο της ευκολίας και της δυσκολίας στις ζωές μας ρε Λευτέρη… ειρωνεία

Έφτασα στην περιβόητη οδό Λήδρας. Τόσα χρόνια παρατηρώ τους ανθρώπους, εμάς τα ζώα, και πλέον μου είναι εύκολο να καταλάβω ποιος είναι τι. Οι Λευκωσιάτες φαίνονταν από μακριά. Ήταν ντυμένοι με trendy-wannabe κιτσαρία στυλάκι. Που πας ρε καραγκιόζη σκεφτόταν ο επικριτικός εαυτός μου. Οι γόνοι των καλών (βλ. πλούσιων) οικογενειών ακόμα πιο προφανείς. Λες και τους είχε φτύσει το lacoste. Ξαφνικά περνά από δίπλα μου ένα ζευγάρι. Εκθαμβωτικά όμορφο. Και ο άντρας και η γυναίκα, στα 30 τους, πανέμορφοι. Χωρίς μακιγιάζ, χωρίς κοστούμια,στιγμές ομορφιάς. Έφυγαν.

Μετάνιωσα που δεν έκατσα στον ερωδό για ένα καφέ. Τί βλάκας που είμαι, ο λόγος απόρριψης μου ήταν ότι μάλλον δεν θα έχει espresso. Είχες και στο χωριό σου espresso κύριος; Ο κήπος του ερωδού επισκιάζεται από δέντρα, και από τα μεγάφωνα σιγοτραγουδά η Χαρούλα. Ο κήπος μου θύμισε τον μακαρίτη τον παππού μου. Εκείνον που μαζί με τη γιαγιά με μεγάλωσαν επειδή οι γονείς μου ήταν πάντα busy. Τα καλοκαίρια έβγαζε ένα κρεβάτι κάτω από το κλήμα και κοιμόταν τα μεσημέρια. Αγαπούσε τα δέντρα σαν παιδιά του. Φρόντιζε με ευλάβεια τον κήπο, κι ας ήταν 73ών χρονών. Κι εκείνα τον ευχαριστούσαν δίνοντας του σκιά, λεμόνια, μανταρίνια, πορτοκάλια, ελιές, λόγο ύπαρξης. Ένα μήνα μετά το μάζεμα των ελιών ο παππούς στο νοσοκομείο με καρκίνο, μια εβδομάδα και ένα μήνα μετά χρειάστηκε μια εγχείρηση για ελάχιστη παράταση ζωής. Δεν αποφάσισε εκείνος. “Ότι ξέρεις εσύ Ειρηνιά μου” είπε της γιαγιάς. “Γιώργο μου, ο παππούς σου έφυε μάνα μου”. Δεν έκλαψα λεπτό. Όλοι γύρω καταρρεύσαν Το μόνο σύμβολο δύναμης στην οικογένεια, ο παπάς και η γιαγιά μου, έκλαιγαν. Πάνω από το φέρετρο αγκάλιαζα τη γιαγιά, και μικρός τότε νόμιζα ότι τελείωσε ο κόσμος. Μόλις έφυγε το φέρετρο από σπίτι για να πάει στην εκκλησία της γειτονιάς, εγώ μπήκα στο δίπλα δωμάτιο (αφού
είχαν φύγει όλοι για την εκκλησία). Τότε ήταν που ανακάλυψα ότι έχω περισσότερη σωματική δύναμη απ’ όση νόμιζα. Δεν ξέρω πως, αλλά την επόμενη μέρα το δωμάτιο ήταν κατεστραμμένο. Αργότερα ο πατέρας, μου είπε δυο κουβέντες που άλλαξαν την αντιμετώπιση μου προς το θάνατο. “Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής” και “μετά το θάνατο ξεκινά η καταγραφή της ζωής”. Νομίζω είναι του Καζαντζάκη αλλά δεν παίρνω όρκο.

Προχώρησα προς την τάφρο όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο μου. Σκεφτόμουν τη Λευκωσία, τους ανθρώπους της, εννοώντας αυτούς που την ζούν, αυτούς που περνούν την καθημερινότητα τους εδώ. Τελικά είναι οι άνθρωποι που κάνουν την πόλη. Σκέφτηκα τα περί ρωμιοσύνης που έβλεπα το πρωί στην εφημερίδα, και γέλασα με την αφέλεια μερικών. Στρουθοκαμιλίζουμε ρε γαμώτο. Η Λευκωσία είναι όμορφη, με τις όμορφες γειτονιές της και τους ανθρώπους της που έμαθαν να την
αγαπούν.

Θυμήθηκα τα λόγια του Σεφέρη:

Εγώ είμαι ο τόπος σου, μπορεί να μην είμαι κανείς, αλλά μπορώ
να γίνω αυτό που θέλεις.

Θέληση χρειάζεται. Στο τέλος άρχισε να μυρίζει το γιασεμί της Χρύστας, και η μυρωδιά του ομορφαίνει τις θύμησες.

Ευχαριστώ.


[*] Η τίτλος ήταν ιδέα της κυρίας εδώ. Η καταχώρηση γράφτηκε πριν μερικές μέρες.

Advertisements

2 responses to “Μυρωδιά από γιασεμί [*]

  1. Αυτό, είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει.

  2. Άμαν το σχόλιο έρκεται που έναν άτομο με την πέννα τη δική σου εν διπλά κολακευτικό

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s