Άρωμα από τα παλιά

 

Η παλιά Λευκωσία, η εντός των Τειχών, η “κάτω” Λευκωσία, όπως τη λέμε εμείς οι “πρωτευουσιάνοι” έχει πάντα για μένα μια μελαγχολία. Για να είμαι ειλικρινής έχει μια μελαγχολία για όλους όσους την αγαπούν.

Είναι παρατημένη. Μέσα στους μονόδρομους γύρω από τη Λήδρας, περιοχή Φανερωμένης, κρύβονται μερικά από τα ωραιότερα κτίρια των αρχών του προηγούμενου αιώνα, κτίρια που σήμερα είναι χωρισμένα σε διαμερίσματα -τρύπες για να στεγάσουν τους οικονομικούς μετανάστες. Αυτοί είναι οι κύριοι κάτοικοι του κέντρου της πρωτεύουσας. Αυτοί δίνουν ζωή σε όσα εμείς παρατήσαμε.

Όχι άδικα. Εντάξει, όχι άδικα. Έχουν δίκιο οι ιδιοκτήτες των κτιρίων που προτιμούν να ζουν στα προάστια και να ενοικιάζουν τις περιουσίες τους. Ποιος Ελληνοκύπριος θέλει να ζει 100 μέτρα από τα φυλάκια των Τούρκων;

Είναι κρίμα όμως. Κι εγώ σε προάστιο γεννήθηκα. Αλλά την πονάω την πόλη μου. Την πονάω γιατί αν και δεν την έχω ζήσει, ήταν πάντα το σκηνικό για τα μεγάλα παραμύθια του πατέρα μου. Από Ρηγαίνης μέχρι Φανερωμένη κι από το “ΟΧΙ” μέχρι το Παγκύπριο Γυμνάσιο ήταν το βασίλειό του για τα 6 χρόνια της φοίτησής του εκεί. Ξέρει κάθε σοκκάκι, κάθε δρόμο, κάθε κλειστό σήμερα κατάστημα, κάθε γηραίο καφετζή της περιοχής.

Και μέσα από τη δική του αγάπη για την παλιά Λευκωσία, έμαθα να την αγαπώ κι εγώ. Κι ας την φοβάμαι.

Η αγαπημένη μου ιστορία, χωρίς αρχή μέση και τέλος, είναι αυτή του Κρίνου. Ο Κρίνος ήταν ένα κατάστημα που στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, αρχές του ‘7ο και μέχρι το 1980 πουλούσε ποδήλατα. Τότε όλοι οι μαθητές του Παγκύπριου που προέρχονταν από εύπορες οικογένιες πήγαιναν στο σχολείο με ποδήλατο. Παιδιά δικαστών, δικηγόρων, μεγαλογιατρών, εφοπλιστών όλοι με τα ολοκαίνουρια, καινούρια τους ποδήλατα.

Ο πατέρας μου περπατούσε. Ο παππούς μου είχε συνεταίρικα με τους κουνιάδους του ένα κατάστημα στη Ρηγαίνης. Ο πατέρας μου περπατούσε καθημερινά από τη Ρηγαίνης μέχρι το Παγκύπριο. Το πρωί δεν προλάβαινε, το μεσημέρι όμως η διαδρομή του περνούσε πάντα από τον Κρίνο. Χάζευε τα ποδήλατα. Δεν ήθελε το τελευταίο μοντέλο, το “μόλις αφηχθές από την Αμερική”, ήθελε ένα ποδήλατο απλό για να κάνει τις ατελείωτες βόλτες του.

Το ποδήλατο αυτό δεν το απέκτησε ποτέ. Κάθε φορά όμως που περπατάμε μαζί στην Φανερωμένη μου ξαναλέει την ιστορία του Κρίνου, λίγο πριν μου μιλήσει για το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης (δημοτικό σήμερα) και πριν μπούμε στην εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης για να ανάψουμε ένα κερί. Πάντα η ίδια ιστορία, στην ίδια διαδρομή, με τα ίδια λόγια. Δεν μου κάνει καρδιά να του πω πώς μου την ξαναείπε. Όταν θυμάται εκείνα τα χρόνια φωτίζουν τα μάτια του. Κι εκείνη η λάμψη μένει για πολλή ώρα ακόμα…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s